Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΟΥ ΡΟΥΝΤΟΛΦ Μια φορά κι έναν καιρό, στη μακρινή Λαπωνία, ο Άγιος Βασίλης ετοίμαζε τα δώρα των παιδιών, γιατί τα Χριστούγεννα πλησίαζαν κι έπρεπε να ξεκινήσει για το μακρινό του ταξίδι. Ένα βράδυ όμως, που πήγε στο παχνί να δει τα ελάφια του, βρέθηκε μπροστά σε μία πολύ δυσάρεστη έκπληξη. Ο Ρούντολφ που ήταν το πιο έξυπνο, το πιο δυνατό και το πιο γρήγορο ελάφι του, είχε αρρωστήσει και πόναγε η κοιλιά του. Τότε ο Άγιος Βασίλης, πήγε κοντά του και άρχισε να τον χαϊδεύει και να του τραγουδά. Ρούντολφ εσύ ‘σαι ένας πασάς των ελαφιών ο βασιλιάς. Εσύ ‘σαι ο πιο δυνατός και στα ελάφια δίνεις φως. Εσένα σε χρειάζομαι και ξέρεις ότι βιάζομαι. Χριστούγεννα πλησιάζουνε και τα παιδιά φωνάζουνε. Ο Αη Βασίλης μας θα ‘ρθει, τα δώρα μας θα θυμηθεί. Θα φέρει δώρα μα και φως και θα ‘ναι ο Ρούντολφ οδηγός. Πρέπει λοιπόν να σηκωθείς και δυνατός να αισθανθείς. Τ’ άλλα ελάφια δεν μπορούν το έλκηθρο να οδηγούν. Ο Ρούντολφ ακούγοντας τον Αη Βασίλη να του τραγουδά ένα τόσο γλυκό τραγουδάκι, σκέφτηκε, ότι δεν είχε το δικαίωμα, ούτε από τα παιδιά να στερήσει τη χαρά, αλλά ούτε και τον Άγιο Βασίλη να στενο-χωρήσει. Γιατί αν ο Αη Βασίλης δεν ξεκινούσε στην ώρα του το ταξίδι του, δε θα προλάβαινε να μοιράσει τα δώρα σ’ όλου του κόσμου τα παιδιά. Κι έτσι όσα παιδάκια δεν παίρνανε τα δώρα τους, την επόμενη χρονιά, ούτε θα πίστευαν, ούτε θα περίμεναν να έρθει ο Άγιος Βασίλης. Και πρέπει να ξέρετε, ότι ο Άγιος Βασίλης, πηγαίνει δώρα μόνο σε όσα παιδάκια τον πιστεύουν και τον αγαπούν αληθινά. Έπρεπε λοιπόν ο Ρούντολφ, να φανεί δυνατός και να σηκωθεί για να πετάξει με τα υπόλοιπα ελάφια στον ουρανό, τραβώντας πίσω τους το έλκηθρο με τον Άγιο Βασίλη και τα δώρα και να καταφέρει κι αυτή τη χρονιά, κανένα παιδάκι στον κόσμο να μη μείνει λυπημένο. Έτσι το πήρε απόφαση και την άλλη μέρα το πρωί, που ο Αη Βασίλης ήρθε στο παχνί, βρήκε το Ρούντολφ, όρθιο και δυνατό και άρχισε πάλι να του τραγουδάει: Ρούντολφ, πολύ σ’ ευχαριστώ και γι άλλη μια φορά θα πω, χωρίς εσένα δεν μπορώ, όλο τον κόσμο να γυρνώ. Εσύ ‘σαι η ελπίδα μου κι η λαμπερή ηλιαχτίδα μου. Κι όλου του κόσμου τα παιδιά, σ’ ευχαριστούν απ’ την καρδιά. Στη μακρινή ανατολή Αθήνα μα και Νάπολι. Εμείς θα πάμε μέχρι εκεί Οστράλια κι Αμερική. Μα είναι πολύ σημαντικό, να πάμε και στο Μεξικό. Θα βρούμε και εκεί παιδιά, που ‘χουν αγάπη στην καρδιά. Κι αφού πέρασαν κι οι λίγες μέρες που είχαν απομείνει, ήρθε επιτέ-λους η μέρα που θα ξεκινούσαν για το μεγάλο ταξίδι. Ο Αη Βασίλης έ-ζεψε τα ελάφια του στο έλκηθρο κι αφού φόρτωσε και τα δώρα όλων των παιδιών, έδωσε επιτέλους το παράγγελμα της αναχώρησης. Ο Ρούντολφ όπως πάντα πρώτος στη γραμμή, είχε ανάψει και τη φω-τεινή του μυτούλα, για να φέγγει και να οδηγεί και τα υπόλοιπα, ελά-φια. Το ταξίδι πήγαινε πολύ καλά και ο Αη Βασίλης ήταν πολύ ευχαρι-στημένος, γιατί όπως δείχναν τα πράγματα, θα κατάφερναν όλοι μαζί κι αυτή τη χρονιά να μοιράσουν τα δώρα σε όλου του κόσμου τα παιδί. Αλλά όταν έφτασαν πάνω από την Αμερική, Ο Ρούντολφ είχε κουρα-στεί πολύ και δεν άντεχε να συνεχίσει το ταξίδι. Τότε ο Άγιος Βασίλης κατάλαβε, ότι δε θα μπορούσαν να συνεχίσουν πετώντας και διέταξε τα ελάφια του να κατεβούν στη γη. Κατεβαίνοντας όμως στη γη, είχαν να αντιμετωπίσουν άλλες δυσκολί-ες. Είχαν να ανέβουν σε βουνά, να κατέβουν σε κάμπους, να περάσουν θάλασσες κι όλα αυτά θα τους καθυστερούσαν και δε θα προλάβαιναν, να μοιράσουν τα δώρα σ’ όλου του κόσμου τα παιδιά, στην ώρα τους. Έπρεπε λοιπόν ο Αη Βασίλης, να σκεφτεί και να βρει ένα τρόπο προκειμένου, όλα τα παιδάκια να πάρουν τα δώρα τους και κανένα να μη μείνει παραπονεμένο. Έτσι αποφάσισε να σταματήσει για λίγο για να μπορέσει να σκεφτεί. Κατέβηκε από το έλκηθρο κι έκατσε πάνω σ΄ ένα βράχο σκεπτικός. Ο Ρούντολφ και τα άλλα ελάφια τον παρακολουθούσαν με μεγάλη αγωνία. Τρόμαξαν μάλιστα όταν ο Αη Βασίλης τινάχτηκε από το βράχο κι άρχισε να φωνάζει: - Το βρήκα! Το βρήκα! Ο Ρούντολφ και τα άλλα ελαφάκια, γύρισαν και τον κοίταξαν με από-ρία. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι ακριβώς είχε βρει ο Άγιος Βασί-λης. Όταν όμως τον είδαν να ανεβαίνει βιαστικά πάνω στο έλκηθρο του, κατάλαβαν ότι έπρεπε να τρέξουν πολύ, για να φτάσουν γρήγορα σε αυτό που είχε βρει. Τότε ο Άγιος Βασίλης πήγε κατευθείαν στο σπίτι του Νέου χρόνου, που καθόταν και περίμενε να έρθει η ώρα του για να βγει και να βασι-λέψει. - Νέε Χρόνε, χρειάζομαι τη βοήθεια σου, είπε ο Άγιος Βασίλης γεμάτος αγωνία. - Τι συμβαίνει Άγιε Βασίλη; Με κάνεις και ανησυχώ! Είπε ο Νέος Χρόνος. - Ένα ελάφι μου, ο Ρούντολφ, που είναι το ομορφότερο, το εξυπνότερο, το δυνατότερο και το πιο γρήγορο ελάφι που έχω, αρρώστησε. Και το χειρότερο είναι ότι ο Ρούντολφ είναι και ο οδηγός μας, γιατί είναι ο μόνος που θυμάται τα σπίτια όλων των παιδιών, αλλά και τι έχει ζητή-σει, το καθένα. Όπως καταλαβαίνεις αν ο Ρούντολφ δεν μπορεί να πετάξει μαζί μας, πάρα πολλά παιδιά θα αργήσουν να πάρουν τα δώρα τους και μπορεί να σταματήσουν να πιστεύουν ότι υπάρχω πραγματικά. - Η αλήθεια είναι, ότι το πρόβλημα σου είναι πολύ σοβαρό. Αλλά εγώ μόνος μου δεν μπορώ να σου δώσω κάποια λύση, πρώτον γιατί είμαι μωρό και δεύτερον γιατί πρέπει οπωσδήποτε να μιλήσω με το σοφό γέ-ροντα, τον Παλιό Χρόνο και αν βρούμε κάποια λύση, θα σε φωνάξουμε να σου την πούμε. Απάντησε ο Νέος Χρόνος κι έφυγε τρέχοντας για να πάει στο παλάτι που βασίλευε, ο Παλιός Χρόνος. Μόλις έφτασε στο παλάτι, χτύπησε την πόρτα και του άνοιξε η Τελευ-ταία Μέρα του Παλιού Χρόνου. - Καλημέρα Νέε Χρόνε! Λίγο νωρίς δεν ήρθες; Δε σε περιμέναμε από τώρα. Είπε η Τελευταία Μέρα, με μεγάλη απορία. - Καλημέρα και σε εσένα Τελευταία Μέρα! Ξέρεις, δεν ήρθα για να μείνω από τώρα. Θέλω απλά να συζητήσουμε με το γέροντα τον Παλιό Χρόνο, ένα μεγάλο πρόβλημα του Άγιου Βασίλη. Απάντησε ο Νέος Χρό-νος. - Αν είναι έτσι όπως τα λες, πέρασε μέσα γρήγορα. Θα σε οδηγήσω α-μέσως στο θρόνο του Γέροντα. Είπε η Τελευταία Μέρα και τον πήρε από το χέρι και τον οδήγησε γρήγορα, γρήγορα μπροστά στο θρόνο του Πα-λιού Χρόνου. - Γέροντα Χρόνε καλημέρα! Είπε με σεβασμό ο Νέος Χρόνος. Σου ζητώ συγνώμη για την ενόχληση, αλλά ο Άγιος Βασίλης, έχει ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα και μόνο εμείς οι δύο μπορούμε να του βρούμε μία λύση. - Σε ακούω νεαρέ μου! Πες μου αμέσως τι συμβαίνει γιατί με κάνεις και ανησυχώ πολύ!!! Απάντησε ο Γέρος Χρόνος. - Ο Άγιος Βασίλης φέτος, ξεκίνησε νωρίς, όπως κάθε χρόνο για να μοι-ράσει τα δώρα σε όλου του κόσμου τα παιδιά. Άρχισε να λέει ο Νέος Χρόνος. - Και τι συνέβη; Είχε κανένα ατύχημα ο Άγιος Βασίλης; Ρώτησε βου-τηγμένος μέσα στην αγωνία, ο Παλιός Χρόνος. - Όχι! Όχι! Απάντησε ο Νέος Χρόνος. Ο Άγιος Βασίλης είναι πολύ καλά. Ο Ρούντολφ το ελαφάκι του, έχει πρόβλημα. Αρρώστησε βλέπεις Γέροντα και δεν μπορεί εφέτος να οδηγήσει το έλκηθρο με την ίδια ταχύτητα που το οδηγούσε τα άλλα χρόνια. Κι έτσι πολλά παιδιά εφέτος θα καθυστερήσουν να πάρουν τα δώρα τους. Κι αυτό θα είναι πολύ κακό γιατί μπορεί να σταματήσουν να πιστεύουν στον Άγιο Βασίλη. - Έχεις δίκιο Νεαρέ μου!!! Απάντησε ο Γέρος Χρόνος. Λοιπόν! Θα σου πω εγώ τι μπορούμε να κάνουμε κι αν συμφωνήσεις κι εσύ, θα έχουμε βρει μία πολύ καλή λύση για τον Αη Βασίλη. - Πες μου λοιπόν Γέροντα! Μη με κρατάς σε αγωνία. Είπε ο Νέος Χρό-νος. - Για τούτη τη χρονιά, θα μείνω να βασιλέψω μία μέρα παραπάνω. Αυτό κανονικά, είναι λάθος. Γιατί έτσι ο τελευταίος μήνας του χρόνου θα φτάσει να έχει τριάντα δύο μέρες, αντί για τριάντα μία που πρέπει. Κι όπως καταλαβαίνεις, αφού και κανένας άλλος μήνας του χρόνου, δεν έχει τόσο πολλές μέρες, αυτό δε θα μπορέσει να μείνει για πάντα έτσι. Μόνο για φέτος το τονίζω! Παρόλο που είμαι πάρα πολύ γέρος και πά-ρα πολύ κουρασμένος, θα κάνω υπομονή μία μέρα παραπάνω για χάρη του Άγιου Βασίλη. Οπότε εσύ δε θα έρθεις απόψε το βράδυ στις 12.00 η ώρα. Θα έρθεις για ν’ αναλάβεις υπηρεσία αύριο το βράδυ. Κι έτσι ο Ά-γιος Βασίλης θα έχει όλο το χρόνο να προλάβει και δε θ’ αφήσει κανένα παιδάκι χωρίς δώρο. - Εντάξει Γέροντα! Εσύ είσαι πολύ μεγαλύτερος και πολύ σοφότερος από εμένα. Γι αυτό σέβομαι απόλυτα τα λόγια σου και θα γίνει όπως εσύ θέλεις. Απάντησε ο Νέος Χρόνος και γύρισε προς την έξοδο για να φύγει. - Μια στιγμή! Φώναξε ο Γέρος Χρόνος, σταματώντας το νεαρό ακριβώς στην πόρτα. Πρέπει να κανονίσουμε και κάτι ακόμα, που μπορεί να δημιουργήσει πρόβλημα στην εξέλιξη του χρόνου. - Τι είναι Γέροντα; Ξεχάσαμε κάτι σημαντικό; Ρώτησε με αγωνία ο Νεαρός. - Και βέβαια ξεχάσαμε! Κάπου πρέπει να τακτοποιήσουμε κι αυτήν την παραπανήσια μέρα που θα καθίσω εγώ να βασιλέψω! Απάντησε ο Γέροντας. Και νομίζω ότι η πιο σοφή λύση, θα είναι να τη δώσουμε στον Κουτσοφλέβαρο που έχει τις λιγότερες μέρες από όλους τους άλλους μήνες. Και φυσικά, επειδή οι άνθρωποι θα μπερδευτούν πάρα πολύ με αυτήν την αλλαγή, θ μπορούσαμε για να τους καθησυχάσουμε αλλά και για να μην καταλάβουν τίποτα για το πρόβλημα του Ρούντολφ, κάθε τέσσερα χρόνια να δίνουμε μία παραπάνω μέρα στον κουτσό μας το Φλεβάρη. Έτσι κανένας άνθρωπος δε θα καταλάβει τη φετινή αλλαγή και όλοι θα είμαστε χαρούμενοι. Από εκείνη τη χρονιά και μετά ο Φεβρουάριος είναι ο μήνας που κάθε τέσσερα χρόνια κάνει ολόκληρο το χρόνο δίσεκτο. Δηλαδή, ενώ για τρία χρόνια ο Φλεβάρης έχει είκοσι οχτώ μέρες, το δίσεκτο χρόνο, ο ίδιος μήνας έχει πάντοτε είκοσι εννιά μέρες. Και έτσι αλλάζει και η χρονιά που αντί για τριακόσιες εξήντα πέντε μέρες που έχουν όλες οι υπόλοι-πες, η συγκεκριμένη, η δίσεκτη, έχει τριακόσιες εξήντα έξι μέρες. Και οι άνθρωποι δεν κατάλαβαν ποτέ αυτή τη διαφορά. Απλά στα ημερολόγια τους μετρούν μία μέρα παραπάνω. Α! Και ο Άγιος Βασίλης δε θα αφήσει με παράπονο ποτέ κανένα παιδάκι στον κόσμο!!!
ΧΑΡΗ-ΜΑ

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο