ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΓΙΓΑΝΤΑ ΦΡΑ
Μια φορά κι έναν καιρό, πάνω σε ένα πολύ ψηλό βουνό ζούσε ένας πολύ μεγάλος γίγαντας, που τον έλεγαν Φραγκίσκο.
Όμως ο Φραγκίσκος δεν ήταν καθόλου ευτυχισμένος. Του έλειπαν πολλά πράγματα από τη ζωή του. Και πρώτα από όλα του έλειπαν οι φίλοι. Γιατί δεν υπήρχαν άλλοι γίγαντες, για να κάνει παρέα μαζί τους.
Και οι άνθρωποι ήταν πολύ μικροί, για να γίνουν φίλοι του.
Άλλωστε οι άνθρωποι, ζούσαν σε πολύ μικρά σπίτια. Πως θα μπορούσε ο γίγαντας Φραγκίσκος, να τους κάνει μια επίσκεψη στα σπίτια τους, αφού δε χώραγε μέσα σε αυτά; Και πως θα τους πήγαινε ,ένα κουτί γλυκά, αφού το κουτί θα ήταν τόσο μεγάλο, που οι άνθρωποι δε θα μπορούσαν ούτε να το σηκώσουν.
Κι έτσι ο Φραγκίσκος, έμενε μόνος του επάνω στο μεγάλο βουνό και δεν είχε κανέναν για να μιλήσει ή να παίξει μαζί του. Και ήτανε πάντοτε στεναχωρημένος, γιατί δεν του άρεσε η μοναξιά.
Ειδικά τώρα που πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, ο Φραγκίσκος ήταν πο-λύ πληγωμένος, γιατί για άλλη μία χρονιά, τέτοιες γιορτινές μέρες, που όλοι γλεντάνε και γίνονται μεγάλες παρέες και περνάνε τόσο όμορφα μεταξύ τους, εκείνος θα ήταν πάλι μόνος του πάνω στο μεγάλο βουνό και θα κρύωνε γιατί είχε χιονίσει και ο Φραγκίσκος δεν είχε ούτε σπίτι ούτε καλοριφέρ.
Αυτό ήταν το μεγάλο παράπονο, του γίγαντα Φραγκίσκου. Κάθε μέρα, καθόταν στην πλαγιά εκείνου του μεγάλου βουνού και έκλαιγε. Κι όπως καταλαβαίνετε αυτό το βουνό, ήτανε πάντοτε πλημυρισμένο από τα δά-κρυα του Φραγκίσκου. Γι αυτό το λόγο, όλοι οι χωρικοί το έλεγαν «Πλημυροβουνό».
Ένα πρωινό όμως που ο Φραγκίσκος καθόταν και έκλαιγε, όπως πά-ντα, ξαφνικά ακούστηκαν κάτι φωνές. Ναι! Ναι! Σίγουρα ο Φραγκίσκος, άκουγε πολλές φωνές πάνω στο βουνό του.
- Κάποιοι άνθρωποι θα ήρθαν!!! Σκέφτηκε. Και ίσως άμα πάω κοντά τους και με γνωρίσουν να θελήσουν να μιλήσουμε ή και να παίξουμε λίγο.
Κι έτσι ξεκίνησε να πάει να τους βρει μήπως μπορέσει να τους κάνει φίλους του.
Φτάνοντας όμως κοντά τους, είδε ότι οι άνθρωποι αυτοί ήταν κυνηγοί και είχαν και όπλα. Μάλιστα μόλις είδαν το Φραγκίσκο οι κυνηγοί τρό-μαξαν τόσο πολύ που άρχισαν να πυροβολούν.
Οι σφαίρες των κυνηγών βέβαια ήταν πολύ μικρές και το δέρμα του γίγαντα Φραγκίσκου πολύ σκληρό. Κι έτσι αντί να τον τραυματίσουν απ-λά τον γαργάλαγαν. Ο Φραγκίσκος νόμιζε ότι οι άνθρωποι είχαν έρθει για να παίξουν μαζί του κι άρχισε να τρέχει προς τη μεριά τους. Οι κυνη-γοί όμως, είχαν τρομάξει πολύ και άρχισαν να τρέχουν σαν τρελοί, για να σωθούν. Ο Φραγκίσκος νόμιζε ότι οι άνθρωποι θέλανε να παίξουν μαζί του κυνηγητό και με μεγάλη χαρά, άρχισε να τρέχει προς τη μεριά τους. Οι άνθρωποι όμως που είχαν δει, ότι το Φραγκίσκο δεν τον πείραζαν οι σφαίρες, είχαν τρομάξει τόσο πολύ, που τρέχανε χωρίς να κοιτά-ζουν καθόλου πίσω τους.
Και για να τους δείξει ότι δεν ήθέλε καθόλου να τους πειράξει έπιασε ένα κορίτσι και το κράτησε πολύ τρυφερα και με αγάπη στην παλάμη του...
Μέχρι που έφτασαν στο χωριό και κατατρομαγμένοι, κρύφτηκαν μέσα στα σπίτια τους. Τότε ο Φραγκίσκος κατάλαβε ότι οι άνθρωποι δεν έτρεχαν για να παίξουν, αλλά από φόβο.
Λυπημένος και με δάκρυα στα μάτια για άλλη μία φορά, πήρε το δρόμο της επιστροφής για το Πλυμηροβουνό. Όπως όμως περπατούσε με το κεφάλι κατεβασμένο, ξαφνικά είδε μπροστά του δύο κοριτσάκια που έπαιζαν στο δρόμο.
Αμέσως σκούπισε τα δάκρυα από τα πελώρια πράσινα μάτια του, φόρεσε το ομορφότερο χαμόγελο του και έτρεξε κοντά τους.
Τα κοριτσάκια βέβαια στην αρχή τρόμαξαν πάρα πολύ. Όταν όμως είδαν τα τεράστια λαμπερά μάτια και το πελώριο αστραφτερό χαμόγελο του Φραγκίσκου, που έπλενε τα τεράστια δόντια του με την τεράστια οδοντόβουρτσα του, κάθε μέρα πρωί και βράδυ, τότε κατάλαβαν ότι μάλλον είχαν βρει έναν καινούριο γιγάντιο φίλο. Τα κοριτσάκια τότε χαμογέλασαν και ο Φραγκίσκος τους είπε με την βροντερή φωνή του.
- Καλημέρα!!!
- Καλημέρα!!! Απάντησαν τα δύο κοριτσάκια με μία φωνή, φανερά ενθουσιασμένα αλλά συγχρόνως και φοβισμένα, γιατί ήταν η πρώτη φορά που μιλούσαν με έναν πραγματικό γίγαντα.
- Πως σας λένε; Ρώτησε ο Φραγκίσκος.
- Εμένα με λένε Μαριάνα και πηγαίνω στην τετάρτη δημοτικού, είπε το ένα κοριτσάκι.
- Εμένα με λένε Ηλιάνα και πηγαίνω στη δευτέρα δημοτικού. Εσένα πως σε λένε; Ρώτησε το άλλο κοριτσάκι.
- Φραγκίσκο με λένε! Απάντησε ο γίγαντας, τρισευτυχισμένος που είχε βρει επιτέλους, δύο πραγματικές φίλες, που δεν τον φοβόντουσαν και του μιλούσαν.
Επειδή όμως ο Φραγκίσκος, ήτανε πάάάρα πολύ ψηλός, η Μαριάνα και η Ηλιάνα δεν είχαν ακούσει καλά το όνομά του.
- Χάρηκα πάρα πολύ Φρα! Είπε η Μαριάνα και τρέχοντας πήγε κοντά του και του αγκάλιασε τον αστράγαλο.
- Κι εγώ χάρηκα Φρα! Φώναξε η Ηλιάνα και έτρεξε να πάρει αγκαλιά το μεγάλο δάχτυλο, από το πόδι του Φραγκίσκου.
Ο Φραγκίσκος, παραξενεύτηκε όταν άκουσε να τον λένε Φρα, αλλά δεν είπε τίποτα. Του άρεσε τόσο πολύ που είχε βρει επιτέλους δύο φί-λες, που άθελα τους είχαν γίνει και οι καινούριες του νονές. Του άρεσε όμως πάρα πολύ και το καινούριο και πιο εύκολο όνομα του. Έσκυψε λοιπόν, κι αφού πήρε μέσα στη χούφτα του τα δύο κοριτσάκια, τα σή-κωσε ψηλά και τα ρώτησε:
- Εσείς τι κάνετε εδώ όλη την ημέρα;
- Σηκωνόμαστε το πρωί, πίνουμε το γάλα μας, τρώμε το πρωινό μας και μετά πηγαίνουμε στο σχολείο. Απάντησε η Μαριάνα.
Αφού τελειώσουμε το σχολείο, έρχεται ο μπαμπάς μας ή η μαμά μας για να μας πάρουν στο σπίτι. Εκεί τρώμε, ότι νόστιμο έχει μαγειρέψει η μαμά, κοιμόμαστε λίγο το μεσημέρι και μετά σηκωνόμαστε για να δια-βάσουμε. Άμα διαβάσουμε γρήγορα όλα τα μαθήματα μας, μετά είμα-στε ελεύθερες να παίξουμε στην αυλή, μέχρι το βράδυ που θα ξανά κοι-μηθούμε. Συμπλήρωσε η Ηλιάνα.
- Α! Εσείς εδώ περνάτε πολύ ωραία! Μακάρι να έμενα κι εγώ εδώ και να ήμασταν για πάντα φίλοι. Είπε με παράπονο ο Φρα.
Άμα σου αρέσει, γιατί δε μένεις κι εσύ εδώ; Ρώτησε η Μαριάνα.
Α! Αυτό δε γίνεται. Τα σπίτια σας εδώ, είναι πολύ μικρά κι εγώ ο γιγαντας δε θα χωράω ούτε να μπω μέσα. Μα δείτε αλήθεια πόσο ψηλός είμαι... Απάντησε ο Φρα, ανεβάζοντας το ένα κοριτσάκι πάνω σε ένα δέντρο...
- Άμα είναι μόνο αυτό, μη στενοχωριέσαι καθόλου. Είπε η Ηλιάνα. Θα παρακαλέσω εγώ τον παππού μου, που ξέρει να φτιάχνει σπίτια, να σου φτιάξει, ένα πολύ μεγάλο πύργο, με ένα πολύ μεγάλο τραπέζι και μεγά-λες καρέκλες κι ένα πολύ μεγάλο κρεβάτι και θα μπορέσεις να μείνεις κοντά μας. Κι αφού έρχονται Χριστούγεννα, ο παππούς που μας αγαπάει πολύ δε θα μας χαλάσει το χατίρι. Είπε η Ηλιάνα.
Έτσι κι έγινε. Οι δύο αδελφούλες παρακάλεσαν τον παππού τους να φτιάξει ένα μεγάλο σπίτι για τον καινούριο τους φίλο και ο παππού αφού πλησίαζαν τα Χριστούγεννα κι αφού αγαπούσε πολύ και τις δύο εγγονούλες του και δεν ήθελε ποτέ να τις πληγώνει, αποφάσισε ότι θα κάνει, αυτό που του ζήτησαν.
Ο παππούς άρχισε να χτίζει και μετά από λίγες μέρες, δίπλα στο σπίτι των κοριτσιών, ήταν έτοιμος, ένας πελώριος πύργος, που είχε μέσα ένα τεράστιο κρεβάτι κι ένα πελώριο τραπέζι με καρέκλες. Ο παππούς είχε φτιάξει, επίσης γιγαντιαία πιάτα, πιρούνια, κουτάλια και μαχαίρια.
Κι έτσι ο Φρα πέρασε τα ομορφότερα Χριστούγεννα της ζωής του, δίπλα στις καλές του φίλες και τώρα πια δεν έκλαιγε καθόλου. Μονάχα γελούσε και ήταν ο πιο ευτυχισμένος γίγαντας του κόσμου.
Και πέρασε ο Φρα καλά κι εμείς πολύ καλύτερα!!!
τέλος
Απομακρύνσου όμως, πολύ γρήγορα, από ανθρώπους που σου λένε ψέματα... Από ανθρώπους που σε χρησιμοποιούν... Από ανθρώπους που σε ρίχνουν ψυχολογικά και... Από ανθρώπους που σε κρίνουν σε κάθε ευκαιρία!!! Άλλωστε, όλοι αυτοί που σε κατακρίνουν, μάθε πως είναι ταυτόχρονα και αυτοί που σε ζηλεύουν. Γιατί μέσα σε εσένα, βλέπουν εκείνη την ποιότητα, που οι ίδιοι ποτέ δεν είχαν και ίσως ποτέ δε θα καταφέρουν να απο-κτήσουν. Πολύ μακρύ ταξίδι η αγάπη!!! Πώς όμως να το απολαύσεις αν ο συνταξιδιώτης αναζητά άλλους προορισμούς; Ο νους μάτια μου διακόπτες δεν έχει. Μα ακόμη και αν έχει, είναι σίγουρα όλοι βραχυκυκλωμένοι. Βραχυκυκλωνουν με τα χρόνια, μάτια μου μετά από τόσα άνοιξε – κλείσε, από τις σκέψεις, που εμείς οι ίδιοι κάποιες φορές παίζουμε, όπως τότε που ήμασταν παιδάκια... Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει όμως και με την καρδιά... Μα εκεί έρχονται να λάβουν μέρος στο παιχνίδι, και τα συναισθήματα. Και αν δεν μπορείς να βρεις την άκρη μία φορά, με τις σκ...








Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου