Η νεράιδα των αστεριών
Μία φορά κι έναν καιρό σ’ ένα σπιτάκι στην ενός μικρού χωριού ζούσε μία οικογένεια που είχε ένα μικρό παιδάκι τον Αλέξανδρο. Ο Αλέξανδρος αν και αγαπούσε πάρα πολύ και τη μαμά του και το μπαμπά του, είχε ένα μεγάλο παράπονο, γιατί δεν είχε παιχνίδια για να παίξει όπως είχαν όλα τ’ άλλα παιδάκια.
Ο Αλέξανδρος, κάθε βράδυ έκανε την προσευχή του και παρακαλούσε τη νεράιδα των αστεριών, για την οποία του είχε μιλήσει η γιαγιά του, να του φέρει για δώρο ένα μεγάλο κόκκινο αυτοκίνητο.
Κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί, έκλεινε τα μάτια και φανταζόταν τον εαυτο του μέσα στο αυτοκινητάκι του, να κάνει βόλτες στην αυλή του σπιτιού τους και να ’ναι χαρούμενος κι ευτυχισμένος.
Ακόμα φανταζόταν, ότι πάνω στο κόκκινο αυτοκίνητό του θα κόλλαγε πολλά πανέμορφα αυτοκόλλητα και θα το έκανε να μοιάζει φανταστικό...
Πολλά αυτοκόλλητα και θα έβαζε ένα κουδουνάκι και δύο μεγάλους καθρέφτες, αλλά και φωτάκια που θ’ άναβαν το βράδυ και θα φαινόταν παντού.
Όμως περνούσε ο καιρός και ο Αλέξανδρος αν και ακόμα δεν είχε απόκτήσει το αυτοκίνητο των ονείρων του δεν απογοητευόταν. Συνέχιζε κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί να κλείνει τα μάτια και να φέρνει στο μυαλό του τη νεράιδα των αστεριών. Τη φανταζόταν ντυμένη μ’ ένα κατάλευκο μακρύ φόρεμα και πάνω της να λάμπουνε όλα τ’ αστέρια τ’ ουρανού. Ο Αλέξανδρος έφτιαχνε με τη φαντασία του πολλές ιστορίες. Τη μία φορά σκεφτόταν ότι η καλή νεράιδα έβγαζε από το φόρεμα της ένα λαμπερό αστέρι και του το χάριζε. Κι από αυτό το λαμπερό αστέρι, εκείνος θα μπορούσε να ζητήσει ότι ήθελε. Την άλλη φορά σκεφτόταν, ότι η καλή νεράιδα θα ερχόταν μία μέρα πάνω σε μία χρυσοκέντητη άμαξα που θα την έσερναν δύο κατάλευκα περήφανα άλογα και πίσω στην άμαξα θα ήταν δεμένο, το αυτοκίνητο των ονείρων του. Μία άλλη φορά, φανταζόταν, ότι η νεράιδα των ονείρων του, μπορεί να του γνώριζε τον άγιο Βασίλη που θα του έφερνε το πολυπόθητο αυτοκίνητο, τα Χριστούγεννα.
Δυστυχώς όμως, όλα αυτά, ήταν μόνο στη φαντασία του Αλέξανδρου. Και κάθε βράδυ κοιμόταν με αυτή τη σκέψη και αυτό το όνειρο, αλλά όταν ξυπνούσε τίποτα δεν είχε αλλάξει. Ήταν όλα ίδια με την προηγούμενη μέρα. Ο Αλέξανδρος στενοχωριόταν, αλλά δεν το έβαζε κάτω. Συνέχιζε κάθε βράδυ, πριν κοιμηθεί να κλείνει τα μάτια και να σκέφτεται, τη γλυκιά, πανέμορφη, κατάξανθη, νεράιδα να εκπληρώνει το μεγάλο του όνειρο.
Τώρα όμως ο Αλέξανδρος, περίμενε περισσότερο, από κάθε άλλη φορά τη νεράιδα του. Γιατί τώρα πλησίαζαν και τα γενέθλια του. Και ήτανε σίγουρος, ότι η νεράιδα του, αυτή τη χρονιά δε θα τον ξεχνούσε. Την περίμενε ντυμένη, με ένα μπλε φόρεμα γεμάτο με λαμπερά αστέρια. Ένα βράδυ πριν κοιμηθεί, φαντάστηκε για ακόμη μια φορά τη νεράιδα, αλλά αυτή τη φορά κι εκείνη, του έκανε τη χάρη κι εμφανίστηκε μπροστά του.
Νεράιδα: Αλέξανδρε, καλησπέρα! Νομίζω ότι ξέρεις ποια είμαι. Δε χρειάζεται να συστηθούμε.
Αλέξανδρος: Και βέβαια ξέρω! Άλλωστε τόσο καιρό σε περιμένω και ήμουν σίγουρος, ότι κάποια μέρα θα ‘ρθεις πραγματικά. Αλλά δε βλέπω να έχεις το δώρο μου μαζί σου. Γιατί;
Νεράιδα: Γιατί εγώ είμαι μία απλή νεράιδα και μπορώ να εκπληρώνω κάποιες μικρές ευχούλες των παιδιών. Το δώρο που ζητάς εσύ, είναι πολύ μεγάλο κι εγώ δε μπορώ να το κουβαλήσω.
Αλέξανδρος: Κι εγώ δηλαδή, δε θ’ αποκτήσω ποτέ το αυτοκίνητο που τόσο πολύ θέλω;
Νεράιδα: Βεβαίως θα το αποκτήσεις. Απλά δε θα σου το φέρω εγώ. Εγώ θα πάω και θα βρω τον άγιο Βασίλη, που αγαπάει όλου του κόσμου τα παιδιά και θα έρθουμε μαζί αύριο το βράδυ στο όνειρο σου. Έτσι θα μπορέσεις να του ζητήσεις, εσύ ο ίδιος, το δώρο που θέλεις να σου φέρει. Και για να με πιστέψεις, πάρε αυτό το αστέρι και βάλε το, κάτω από το μαξιλάρι σου και το πρωί που θα ξυπνήσεις θα το βρεις εκεί φωτεινό και λαμπερό.
Και ο Αη Βασίλης φυσικά υποδέχτηκε πολύ εγκάρδια τη νεράιδα μας...
Ο Αλέξανδρος, από εκείνη τη στιγμή και μετά και αφού έβαλε το αστέρι κάτω από το μαξιλάρι του, ήταν πολύ χαρούμενος. Ένα τεράστιο χαμόγελο είχε ζωγραφιστεί στο πρόσωπο του και με αυτό το χαμόγελο τον βρήκε η μαμά του το πρωί, όταν πήγε να τον ξυπνήσει.
Μαμά:Έλα μωρό μου! Είναι η ώρα να ξυπνήσεις, να πιεις το γάλα σου, να φας το πρωινό σου και μετά να πάμε στην παιδική χαρά, να κάνεις κούνια και να παίξεις με τα άλλα παιδάκια που θα είναι εκεί.
Ο Αλέξανδρος μόλις άκουσε ότι η μαμά του θα τον πήγαινε στην παιδική χαρά, σηκώθηκε και πολύ γρήγορα, έπλυνε τα ματάκια του, πήγε στην κουζίνα και περίμενε από τη μαμά του, να του φτιάξει το γάλα του και το πρωινό του. Είχε μείνει όμως, με εκείνο το πελώριο χαμόγελο και η μαμά του, ήταν πολύ χαρούμενη, που έβλεπε το παιδάκι της, να είναι ευτυχισμένο. Αλλά ήθελε να μάθει και το λόγο που ο γιός της είχε ξυπνήσει τόσο χαμογελαστός και χαρούμενος και τον ρώτησε:
-Γιατί Αλέξανδρε από την ώρα που σηκώθηκες από το κρεβάτι χαμογελάς; Είδες κάποιο πολύ ωραίο όνειρο; Πες μου το κι εμένα να χαρώ μαζί σου, αγοράκι μου. Είπε η μαμά.
- Ναι! Ναι! Μαμά μου, είδα το ομορφότερο όνειρο, που υπάρχει. Ήρθε στον ύπνο μου, μία πολύ όμορφη νεράιδα και με ρώτησε τι θέλω για να είμαι χαρούμενος κι ευτυχισμένος. Εγώ της απάντησα, ότι θέλω ένα αυτοκινητάκι που σας έχω ζητήσει τόσο πολλές φορές κι εκείνη μου απάντησε, ότι θα μιλήσει στον Άγιο Βασίλη και θα του πει να μου το φέρει τα Χριστούγεννα. Ακόμα μου είπε ότι απόψε το βράδυ, θα έρθει πάλι στο όνειρό μου, μαζί με τον Άγιο Βασίλη, για να του ζητήσω εγώ ο ίδιος το αυτοκινητάκι μου. Απάντησε ο Αλέξανδρος.
Η μαμά του Αλέξανδρου, χάρηκε που το παιδί της ήταν τόσο χαρούμενο, αλλά ήθελε να του εξηγήσει ότι, στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν νεράιδες και Άγιος Βασίλης. Κι αυτό ήθελε να το κάνει, γιατί αν δεν έπαιρνε τα Χριστούγεννα, το κόκκινο αυτοκίνητο, θα στενοχωριόταν πάρα πολύ.
- Αγοράκι μου γλυκό, πρέπει να μάθεις, ότι οι νεράιδες και ο Άγιος Βασίλης, υπάρχουν μόνο στα όνειρα μας και στα παραμύθια. Και ο λόγος που υπάρχουν, είναι για να έχουμε κάτι πολύ γλυκό και πολύ όμορφο να σκεφτόμαστε και να φανταζόμαστε. Γι αυτό λοιπόν μην περιμένεις από καμία νεράιδα και από κανένα Άγιο Βασίλη, να σου φέρει δώρο. Μονάχα αν ο μπαμπάς και η μαμά μπορούν, θα σου παίρνουν τα δώρα σου. Είπε η μαμά.
- Τι λες μαμά; Εμένα η νεράιδα ήρθε στο όνειρο μου και φόραγε ένα μπλε φουστάνι, γεμάτο με λαμπερά αστέρια. Κι επειδή ήθελε να πιστέψω πραγματικά ότι υπάρχει, έβγαλε από το φουστάνι της ένα αστέρι και μου το έδωσε. Εγώ το έβαλα κάτω από το μαξιλαράκι μου κι αν δε με πιστεύεις, περίμενε να πάω να το φέρω για να το δεις.
Ο Αλέξανδρος, πήγε τρέχοντας στο δωμάτιο του, σήκωσε το μαξιλαράκι του, που το βρήκε να χαμογελά και βρήκε από κάτω το ολόλαμπρο, ασημένιο αστέρι του.
Αμέσως έτρεξε στην κουζίνα να το δείξει στη μαμά του. Εκείνη , μόλις είδε το αστέρι το πήρε στα χέρια της και δεν μπορούσε να πιστέψει τα μάτια της. Τότε ο Αλέξανδρος της είπε:
-Η νεράιδα των αστεριών, μου υποσχέθηκε, ότι απόψε το βράδυ, θα ξανά έρθει και θα είναι μαζί της και ο Άγιος Βασίλης για να του ζητήσω να μου φέρει τα Χριστούγεννα το κόκκινο αυτοκινητάκι που θέλω. Αχ! Μανούλα μου, πότε θα έρθει το βράδυ να κοιμηθώ για να έρθει στο όνειρο μου ο Άγιος Βασίλης;
Η μαμά του Αλέξανδρου, χαμογέλασε και δίνοντας του ένα γλυκό φιλί του είπε:
- Γλυκέ μου Αλέξανδρε! Αν η νεράιδα σου είπε ότι θα έρθει το βράδυ στο όνειρο σου, τότε σίγουρα θα έρθει, γιατί οι νεράιδες δε λένε ποτέ ψέματα. Ετοιμάσου τώρα να πάμε στην παιδική χαρά, να παίξεις λίγο με τα άλλα παιδάκια.
Ο Αλέξανδρος, πήγε με τη μαμά του στην παιδική χαρά,και προσπαθούσε να παίξει μα δεν ήταν καθόλου χαρούμενος. Πήγαινε συνέχεια και ρώταγε τη μαμά του, τι ώρα είναι.
Κι όταν ρωτάμε, συνέχεια τι ώρα είναι, η ώρα δεν περνάει καθόλου εύκολα. Κι ο Αλέξανδρος στενοχωριόταν πολύ. Η μαμά του κατάλαβε ότι δεν πέρναγε καλά στην παιδική χαρά και του πρότεινε να γυρίσουνε στο σπίτι. Όταν έφτασαν εκεί ο μικρός πήγε αμέσως και ξάπλωσε στο κρεβάτι και προσπαθούσε να κοιμηθεί, αλλά δεν μπορούσε.
Σηκώθηκε τότε, πήγε στη μαμά του και την παρακάλεσε, να πάνε πάλι μία βόλτα μήπως περάσει, λίγο πιο εύκολα η ώρα. Η μαμά δεν ήθελε να του χαλάσει το χατίρι και τελικά όλη την ημέρα, κάνανε βόλτες από εδώ κι από εκεί. Έτσι όμως πέρασε η μέρα και ήρθε το βράδυ και η ώρα που έπρεπε όλοι να κοιμηθούν. Ο Αλέξανδρος, είπε καληνύχτα στη μαμά του και στο μπαμπά του και με πολύ χαρά, έτρεξε στο κρεβάτι του. Όταν μετά από πολύ κόπο κοιμήθηκε, ήρθε στο όνειρο του η νεράιδα, όπως του είχε υποσχεθεί το προηγούμενο βράδυ, μαζί με τον Άγιο Βασίλη.
- Καλησπέρα Αλέξανδρε! Του είπε η νεράιδα.
- Καλησπέρα καλή μου νεράιδα! Καλησπέρα και σε σένα καλέ μου Άγιε Βασίλη! Μήπως μου έφερες το αυτοκίνητο που ζήτησα στην καλή νεράιδα;
- Καλησπέρα Αλέξανδρε! Απάντησε ο Άγιος Βασίλης. Είναι ακόμα πολύ νωρίς για τα Χριστούγεννα. Εγώ απλά ήρθα με τη νεράιδα να μου πεις τι δώρο θέλεις να σου φέρω.
- Καλέ μου Άγιε Βασίλη, θέλω ένα όμορφο κόκκινο αυτοκίνητο, αλλά να είναι μεγάλο για να μπαίνω μέσα και να κάνω βόλτες στην αυλή μας, απάντησε ο Αλέξανδρος.
- Εντάξει Αλέξανδρε! Αφού το ζητάς τόσα χρόνια, τα Χριστούγεννα θα σου το φέρω. Απάντησε ο Άγιος Βασίλης.
- Μα τα Χριστούγεννα Άγιε Βασίλη μου αργούν πολύ. Κι εγώ το αυτοκίνητο το θέλω τώρα, είπε ο Αλέξανδρος.
- Εγώ σε αυτό δεν μπορώ να βοηθήσω! Απάντησε ο Αη Βασίλης. Αλλά ίσως μπορεί να σε βοηθήσει η καλή νεράιδα.
- Καλή μου νεράιδα, μπορείς να κάνεις φέτος τα Χριστούγεννα να έρθουν πιο γρήγορα; Γιατί έχω μεγάλη αγωνία. Είπε ο Αλέξανδρος.
- Αυτό κανονικά απαγορεύεται, αλλά επειδή μου το ζητάς εσύ που είσαι πάρα πολύ καλό παιδάκι και δε στενοχωρείς ποτέ τον μπαμπά σου και τη μαμά σου, σου υπόσχομαι, ότι σε μία εβδομάδα από σήμερα θα έρθουν τα Χριστούγεννα. Κι αυτή την εβδομάδα τη χρειάζεται ολόκληρη Άγιος Βασίλης για να φορτώσει τα δώρα για όλου του κόσμου τα παιδιά και να τα φέρει από το Βόρειο Πόλο, απάντησε η νεράιδα.
- Εντάξει καλή μου νεράιδα. Θα περιμένω με μεγάλη αγωνία και σ’ ευχαριστώ πολύ για όλα, απάντησε ο Αλέξανδρος. Μετά από λίγο η καλή νεράιδα με τον Άγιο Βασίλη έφυγαν από το όνειρο του Αλέξανδρου.
Την άλλη μέρα, το πρωί ο Αλέξανδρος, ξύπνησε και δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που έβλεπε. Η μαμά είχε στολίσει ένα υπέροχο Χριστουγεννιάτικο δέντρο και κάτω από το δέντρο υπήρχε ένα τεράστιο κόκκινο αυτοκίνητο που είχε ζητήσει από τον Άγιο Βασίλη. Και ο Άγιος Βασίλης το είχε φέρει πρώτο για να μην κρατάει άλλο τον Αλέξανδρο σε αγωνία.
Ο μικρός, πήρε αμέσως το αυτοκίνητο του, το έβγαλε στην αυλή κι όλη την υπόλοιπη ημέρα δε σταμάτησε να κάνει βόλτες.
Η μαμά κι ο μπαμπάς του, ήταν ευτυχισμένοι που το παιδί τους, πετούσε από τη χαρά του. Από εκείνα τα Χριστούγεννα που είχαν βιαστεί τόσο πολύ να έρθουν κι έπειτα η οικογένεια έζησε καλά κι εμείς πολύ καλύτερα.
Απομακρύνσου όμως, πολύ γρήγορα, από ανθρώπους που σου λένε ψέματα... Από ανθρώπους που σε χρησιμοποιούν... Από ανθρώπους που σε ρίχνουν ψυχολογικά και... Από ανθρώπους που σε κρίνουν σε κάθε ευκαιρία!!! Άλλωστε, όλοι αυτοί που σε κατακρίνουν, μάθε πως είναι ταυτόχρονα και αυτοί που σε ζηλεύουν. Γιατί μέσα σε εσένα, βλέπουν εκείνη την ποιότητα, που οι ίδιοι ποτέ δεν είχαν και ίσως ποτέ δε θα καταφέρουν να απο-κτήσουν. Πολύ μακρύ ταξίδι η αγάπη!!! Πώς όμως να το απολαύσεις αν ο συνταξιδιώτης αναζητά άλλους προορισμούς; Ο νους μάτια μου διακόπτες δεν έχει. Μα ακόμη και αν έχει, είναι σίγουρα όλοι βραχυκυκλωμένοι. Βραχυκυκλωνουν με τα χρόνια, μάτια μου μετά από τόσα άνοιξε – κλείσε, από τις σκέψεις, που εμείς οι ίδιοι κάποιες φορές παίζουμε, όπως τότε που ήμασταν παιδάκια... Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει όμως και με την καρδιά... Μα εκεί έρχονται να λάβουν μέρος στο παιχνίδι, και τα συναισθήματα. Και αν δεν μπορείς να βρεις την άκρη μία φορά, με τις σκ...









Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου